Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Βόρεια Ελλάδα: Οι παραγωγοί πραγματοποιούν «στροφή» σε κερδοφόρες εναλλακτικές καλλιέργειες

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ εισοδήματα στους παραγωγούς της Bόρειας Ελλάδας προσφέρουν οι νέες, δυναμικές καλλιέργειες όπως το μύρτιλο, το ιπποφαές, το ρόδι, αλλά και η μαύρη τρούφα, γράφει το express.gr


Ειδικότερα, στην Ξάνθη καλλιεργούνται 3.000 - 4.000 φυτά ιπποφαές, ενώ σε λίγες ημέρες αναμένεται να ξεκινήσει η φύτευση φυτών σε περίπου 60 στρέμματα στην Κοζάνη από τον νεοσύσταστο Συνεταιρισμό Ιπποφαούς και Δυναμικών Καλλιεργειών Δυτικής Μακεδονίας, που έχει έδρα την Αιανή Κοζάνης. Η πούλπα, η φλούδα του καρπού, θα διατίθεται σε επιχειρήσεις ζωοτροφών για την παραγωγή νέων ειδών τροφών. Η στρεμματική απόδοση διαμορφώνεται από 800 έως 1.200 κιλά ανά στρέμμα, ενώ η οικονομική του απόδοση είναι μεγάλη. Αποφέρει στον παραγωγό 1.500-2.000 ευρώ το στρέμμα μόνο από την πώληση του καρπού, όταν το τριαντάφυλλο και η λεβάντα αποδίδουν 300 ευρώ και το σιτάρι 100 ευρώ. Στο εμπόριο, το έλαιο του φυτού πωλείται αντί 150 ευρώ το λίτρο, ενώ ο χυμός αντί 57 ευρώ το λίτρο.
Η καλλιέργεια του μύρτιλου δεν είναι απαιτητική και μπορεί να είναι επιτυχής σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, εφόσον επιλεγούν οι κατάλληλες ποικιλίες και ακολουθηθεί το κατάλληλο καλλιεργητικό σύστημα. Η διάρκεια της καλλιέργειας είναι 30 έτη, ενώ η πρώτη συγκομιδή γίνεται από το τρίτο έτος. Η μέση απόδοση καρπών είναι 1.000 κιλά ανά στρέμμα, ενώ το κόστος συγκομιδής καρπών με τα χέρια είναι 700-1.000 ευρώ ανά στρέμμα. Η τιμή πώλησης των καρπών διαμορφώνεται σε 4-5 ευρώ το κιλό, με το κόστος εγκατάστασης ενός στρέμματος δενδρώδους μύρτιλου να υπολογίζεται σε 900-1.000 ευρώ. Το ετήσιο κόστος καλλιέργειας, συντήρησης και συγκομιδής των καρπών ενός στρέμματος μύρτιλου σε πλήρη ανάπτυξη ανέρχεται περίπου σε 1.500 ευρώ στρέμμα.
Eπίσης στη Βόρεια Ελλάδα καλλιεργούνται περίπου 10.000 στρέμματα ροδιού. Εξ αυτών τα 3.000 στρέμματα καλλιεργεί η Ομάδα Παραγωγών Ροδιού Aγιος Αθανάσιος Δράμας, που αποτελείται από 100 άτομα. Την τρίτη χρονιά αποδίδει 300-500 κιλά ανά στρέμμα, ενώ μετά τον τρίτο χρόνο μπορεί να φτάσει έως 4 τόνους ανά στρέμμα. Η πρώτη ποιότητα του καρπού τιμάται 1 ευρώ το κιλό, ενώ η δεύτερη 30-40 λεπτά.
Η καλλιέργεια του είδους μανιταριού της μαύρης τρούφας είναι πολύ περιορισμένη και δεν ξεπερνά τα 80 στρέμματα, καθώς απαιτεί ειδικές προδιαγραφές εδάφους. Το κόστος παραγωγής της διαμορφώνεται σε 1.000 ευρώ το στρέμμα, ενώ η απόδοση ξεκινά μετά τον τέταρτο χρόνο καλλιέργειας με λίγα γραμμάρια προϊόντος. Μετά τα 10-12 χρόνια η παραγωγή διαμορφώνεται σε 3-5 κιλά το στρέμμα. Η τιμή του κιλού της μαύρης τρούφας διαμορφώνεται από 600 έως και 1.500 ευρώ. Αποτελεί επικερδή καλλιέργεια, ωστόσο απαιτητική και δαπανηρή, αλλά η γαστρονομική και θρεπτική της αξία την καθιστούν ως ένα από τα πιο περιζήτητα εδέσματα παγκοσμίως.
http://www.express.gr/news/ellada/383162oz_20101116383162.php3 www.express.gr

Εφαρμογές της ρομποτικής στη γεωργία

Εντός της επόμενης δεκαετίας εκτιμάται ότι θα εισαχθούν στη γεωργική παραγωγή ρομπότ, ικανά να εργασθούν αυτόνομα σε πραγματικές συνθήκες παραγωγής. Όμως, ήδη, ρομποτικές τεχνολογίες έχουν ενσωματωθεί στα σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα (π.χ., τρακτέρ, θεριζοαλωνιστικές).

    Τα παραπάνω επισημαίνει ο επίκουρος καθηγητής στη Γεωπονική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Σταύρος Βουγιούκας, απαντώντας στο ερώτημα ποια είναι η παρούσα κατάσταση και ποιες προοπτικές διαγράφονται στις εφαρμογές της ρομποτικής τεχνολογίας στη γεωργία.

    Ιδιαίτερα επιτυχημένο παράδειγμα αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, η αυτόνομη πλοήγηση αγροτικών οχημάτων με GPS. "Στα οχήματα αυτά- εξηγεί- ο αγρότης/χειριστής προγραμματίζει εκ των προτέρων στον υπολογιστή πλοήγησης την επιθυμητή πορεία του οχήματος στο χωράφι κι αυτό μπορεί να την ακολουθήσει αυτόνομα, με ακρίβεια που φτάνει τα δύο εκατοστά. Έτσι, ο αγρότης παύει να είναι οδηγός και μπορεί να επικεντρωθεί στην εκτέλεση της καλλιεργητικής εργασίας".

    Σύμφωνα με τον κ. Βουγιούκα, η αυτόνομη πλοήγηση ακριβείας μπορεί να συνδυασθεί με αισθητήρες μέτρησης της παραγωγής σε πραγματικό χρόνο καθώς και με τεχνολογίες λίπανσης και ψεκασμού ακριβείας.

    Υλοποιούνται έτσι τεχνικές γεωργίας ακριβείας, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στην ορθολογική διαχείριση και να μειώσουν τις εισροές χημικών στον αγρό, με σημαντικό οικονομικό και περιβαλλοντικό όφελος.

    Η τάση αυτή προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί και τα γνωστά γεωργικά μηχανήματα θα έχουν όλο και περισσότερες δυνατότητες αυτόνομης λειτουργίας, συλλογής και καταγραφής πληροφορίας σχετικής με τις εργασίες που εκτελούν, αλλά και με την ίδια τη λειτουργία τους. Οι δυνατότητες αυτές θα επεκτείνονται, μάλιστα, και στην επικοινωνία με προγράμματα διαχείρισης αγροκτήματος και μελλοντικά με άλλα συνεργαζόμενα γεωργικά μηχανήματα.

    "Είναι λοιπόν φανερό -διαπιστώνει ο κ. Βουγιούκας- ότι αποτελέσματα της έρευνας στη ρομποτική έχουν ήδη ενσωματωθεί στα σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα, ενώ στην επόμενη δεκαετία εκτιμάται ότι θα δούμε εξειδικευμένα ρομποτικά συστήματα να διατίθενται στην αγορά".

    Για να εκμεταλλευτεί πλήρως τις δυνατότητες της ρομποτικής τεχνολογίας, ο γεωργός θα πρέπει, σύμφωνα με τον ίδιο, να λάβει βασική κατάρτιση σχετική με τις αρχές και τη λογική της λειτουργίας της, ενώ το υψηλότερο κόστος απόκτησης, χρήσης και συντήρησης του εξοπλισμού, καθώς και η απαιτούμενη τεχνογνωσία θα καθιστά δυνατή τη χρήση της κυρίως από σχήματα λειτουργίας, όπως αυτά της εργολαβικής ανάληψης καλλιεργητικών φροντίδων, της συνεταιριστικής γεωργίας, είτε από μεγάλες γεωργικές επιχειρήσεις.

    Η συντριπτική πλειοψηφία των ρομπότ που λειτουργούν, σήμερα, αποτελείται από προγραμματιζόμενους βιομηχανικούς βραχίονες εγκατεστημένους σε παραγωγικές μονάδες, όπου εκτελούν αυστηρά επαναλαμβανόμενες εργασίες, σε κατάλληλα δομημένο, απόλυτα ελεγχόμενο περιβάλλον, όπως, για παράδειγμα, αυτό της αυτοκινητοβιομηχανίας.

    Η λειτουργία ρομπότ σε γεωργικό περιβάλλον, συμπεραίνει ο κ. Βουγιούκας, αποτελεί ιδιαίτερη τεχνολογική πρόκληση, κυρίως λόγω της αδυναμίας μας να τα σχεδιάσουμε και να τα προγραμματίσουμε ώστε να συνυπάρχουν και να αλληλεπιδρούν αξιόπιστα, με ασφάλεια και ταχύτητα με ανθρώπους, ζώα και φυτά. Ενέργειες, οι οποίες για τους ανθρώπους είναι απλές, όπως ο εντοπισμός και η συλλογή ενός φρούτου που βρίσκεται ανάμεσα στα φύλλα ενός δέντρου, παραμένουν ακόμα εκτός των δυνατοτήτων των σύγχρονων ρομπότ, σε επίπεδο παραγωγής.

    Σε ερευνητικό επίπεδο, όμως, έχουν κατασκευαστεί ποικίλα γεωργικά ρομπότ για εργασίες σημαντικού οικονομικού ενδιαφέροντος και έντασης εργασίας, όπως μεταφυτεύσεις σε φυτώρια, συλλογή καρπών, εντοπισμός ζιζανίων και επιλεκτικός ψεκασμός ακριβείας.

    Η συλλογή οπωροκηπευτικών έχει τραβήξει το μεγαλύτερο ερευνητικό ενδιαφέρον, κυρίως λόγω οικονομικών μεγεθών. Για παράδειγμα, τονίζει ο επίκουρος καθηγητής στο ΑΠΘ, στην Ιαπωνία, όπου η έλλειψη εργατικού δυναμικού είναι έντονη μια και δεν υπάρχουν αρκετοί ξένοι εργάτες, αναπτύχθηκε ένα ρομπότ συλλογής φράουλας, το οποίο χρησιμοποιεί κενό για να τραβήξει και να συγκρατήσει τον καρπό και ειδικό ψαλίδι για να τον κόψει. Το κόστος κατασκευής του κυμαίνεται στα 50.000 ευρώ, ενώ απαιτεί ειδική διαμόρφωση φυτών και θερμοκηπίου.

    Αντίστοιχα στο Πανεπιστήμιο Wageningen της Ολλανδίας αναπτύχθηκε ρομπότ συλλογής αγγουριών, το οποίο επίσης απαιτεί ειδικά διαμορφωμένα φυτά και χρησιμοποιεί τους επιδαπέδιους σωλήνες θέρμανσης ενός θερμοκηπίου ως ράγες για να κινηθεί. Ένας έμπειρος εργάτης απαιτεί μόνον 6 δευτερόλεπτα και συγκομίζει το 100% των καρπών. Το ποσοστό επιτυχούς αναγνώρισης, υπολογισμού της θέσης και κοπής αγγουριών από το ρομπότ ανέρχεται στο 80%, ενώ η όλη διαδικασία απαιτεί περίπου 45 δευτερόλεπτα ανά τεμάχιο.

    Πρόσφατα, επίσης, κατασκευάστηκε και δοκιμάστηκε στο ίδιο Πανεπιστήμιο ένα ρομποτικό όχημα καταστροφής πλατύφυλλων ζιζανίων, το οποίο καταργεί τη χρήση φυτοφαρμάκων και διευκολύνει την οργανική-βιολογική γεωργία. Το όχημα ανιχνεύει οπτικά τα ζιζάνια μέσα στον αγρό και κατόπιν τα καταστρέφει με μηχανικό τρόπο, με συνολικό ποσοστό επιτυχίας 73%. Το εκτιμώμενο κόστος κατασκευής είναι μικρότερο από ¤50.000 και το ετήσιο κόστος λειτουργίας περίπου 10.000 ευρώ.

    Αν το ίδιο όχημα ψέκαζε κάθε ζιζάνιο με μία πολύ μικρή δόση ζιζανιοκτόνου, υπολογίζεται ότι θα μείωνε τη χρήση χημικών κατά 99%, ενώ η χρήση χημικών και όχι μηχανικής ισχύος, θα μείωνε δραματικά το κόστος κατασκευής και λειτουργίας του ρομπότ.

    Παρ' όλο το σχετικά υψηλό κόστος, καταλήγει ο κ. Βουγιούκας, την περιορισμένη ταχύτητα και αξιοπιστία των πειραματικών γεωργικών ρομπότ, εκτιμάται από ειδικούς ότι εντός της επόμενης δεκαετίας θα εισαχθούν στην παραγωγή ρομπότ ικανά να εργασθούν αυτόνομα σε πραγματικές συνθήκες παραγωγής.

    Πρωτογενής παραγωγή

    Η πρωτογενής γεωργική παραγωγή, αναφέρει ο κ. Βουγιούκας, είναι δραστηριότητα ιδιαίτερης οικονομικής και κοινωνικής σημασίας για την Ελλάδα. Τα προϊόντα της συναντούν, όμως, έντονο ανταγωνισμό στη διεθνή και στην εντόπια αγορά, κυρίως λόγω υψηλού κόστους.

    Οι απαιτήσεις για αύξηση της ποσότητας και ποιότητας των προϊόντων, με ταυτόχρονη μείωση εισροών (χημικά, ενέργεια), τήρηση κωδίκων ορθής καλλιέργειας (π.χ., EUREPGAP) και τεκμηρίωση λειτουργιών έρχονται σε σύγκρουση με την απαίτηση για χαμηλό κόστος παραγωγής.

    Ένα μεγάλο τμήμα του κόστους αυτού προέρχεται από την χειρωνακτική εργασία, ενώ συχνά παρατηρείται δυσκολία εξεύρεσης μόνιμων ή εποχιακών εργατών, ιδιαίτερα τις περιόδους συγκομιδής. Το φαινόμενο δεν είναι τοπικό, αλλά κοινό στις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες. Γι' αυτό, τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει διεθνώς μία προσπάθεια εισαγωγής τεχνολογιών ρομποτικής στον πρωτογενή γεωργικό τομέα.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...